Κατά την γνώμη μού το πρόβλημα με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα είναι πάντα σύγχρονο και έντονο. Από την μία πλευρά πράξεις πάντα μιλάνε πιο δυνατά από τις λέξεις. Κάθε πρόσωπο πρέπει επειδή να έχει την δυνατότητα να ξέρει την αλήθεια για ό, τι γίνεται. Από τη άλλη πλευρά πράξεις μιλάνε δυνατά, αλλά όχι πάντα ειλικρινά. Ο λαός λοιπόν μπορεί να εξηγήσει τα γεγονότα λαθεμένα.

Δεν υπάρχει δυνατότητα λοιπόν να βρούμε την καλή λύση. Πάντα πρέπει να κάνουμε επιλογή. Μπορούμε να πιστεύουμε πως ο λαός είναι αρκετά έξυπνος να του αφήσουμε να αναλύει το ό, τι γίνεται. Να ελπίζουμε πως δεν θα σπεύδει σε συμπεράσματα. Μπορούμε και να προσπαθήσουμε να τον οδηγούμε. Να περιμένουμε τους δημοσιογράφους, σαν διανοουμένους της κοινωνίας, να μας ερμηνεύουν τα πράγματα. Πρέπει όμως να θυμόμαστε, πως ποτέ δεν υπάρχει η αντικειμενική γνώμη και εξήγηση γεγονότων. Κάθε άποψη εξαρτάται από τον άνθρωπο, και σ’ αυτή έχουν την επιρροή πολλά ειδικά στοιχεία. Και αυτά έχουν σχέση με πολιτική, λεφτά αλλά και προσωπικά – ιδιωτικά παράγοντα.

Αυτό, ότι στην εποχή μας οι δημοσιογράφοι γίνονται βεντέτες χειροτερεύει την κατάσταση. Πιο πολύ θέλουν να μας επιβάλλουν την γνώμη τους από να δώσουν τις πληροφορίες. Η επιβεβλημένη γνώμη είναι κάτι, που καταστρέφει την δυνατότητα του λαού να σκέφτεται ανεξαρτήτως. Εμείς πολλές φορές το αφήνουμε, γιατί αυτοί που μας λένε τι να σκεπτόμαστε είναι γνωστοί. Ξεχνάμε, πως αυτό, ότι ξέρουν τους μεγάλους του κόσμου και μας δίνουν γνώση δεν σημαίνει πως δεν κάνουν λάθη. Και αυτοί παίρνουν την ύλη για ενημερωτικά δελτία από τους άλλους και περισσότερες φορές δεν είναι τίποτα παρά τους μεσίτες που μεταφέρουν μόνο τις πληροφορίες.

Πολύ σωστά! Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ζούμε σήμερα στην εποχή πληθώρας των πληροφορίων, στην οποία χανόμαστε σαν μικρά παιδιά.

Από την μια έχω ακούσει πρόσφατα (αν και δεν θυμάμαι λεπτομέριες) ότι οι πληροφορίες, τις οποίες ένας ας πούμε μέτριος αλλά αρκετά εκπαιδεύμενος άνθρωπος (είμαι συνείδητη ότι γιενικεύομαι σχεδόν απαράδεχτα, αλλά – όπως το’πα, δεν θυμάμαι τίποτα πιο συκεκριμένο) πρέπει να κατέχει για να μπορέσει να ζει κάπως κανονικά άπο την αρχή της ανθρωπότητας έχουν διπλασιαστεί για πρώτη φόρα γύρω στο 1700, για δέυτερη φορά – γύρω στα 1900, ενώ τώρα διπλασσίαζονται κάθε δυο χρόνια. Έχουμε λοιπόν όλο και περισσότερες πηγές πληροφόρησης και όλο και πιο μοντέρνες τεχνικές λύσεις για να διαδίνουμε τα νέα ακόμα πιο γρήγορα και αποτελεσματικά. Αυτό όμως μας οδηγεί σε μια αδιέξοδο, επειδή θέλουμε να ξέρουμε όλο και περισσότερα, φοβούμενοι μήπως μας ξεφύγει κάτι σπουδαίο, μήπως χάνουμε κάτι, μήπως θα θεωρηθούμε χαζοί αν δεν ειδοποιηθούμε εγκαίρως για κάποιο γεγονός. Βομβαρδισμένοι με πληροφορίες, κατωχυρισμένοι από σπαμ, χάμενοι σε μια ζούγκλα ίδεων και αντιλήψεων δεν είμαστε πια ικανοί να δούμε τη διαφορά ανάμεσα από τα σπουδαία και τα ανόητα, και τα μαθαίνουμε όλα εξίσου ευχαρίστως. Αυτό οδηγεί σε διάφορα ψυχικά προβλήματα, όπως: άγχος, ανησυχία, φοβίες, έμμoνες ιδέες, έλλειψη αυτοπεποίθησης κ.α.

Θα σας σύστηνα να ρίξτε μια ματίτσα στις παρακάτω σελίδες, στις οποίες υπάρχουν πολύ μικρά, αλλά πολύ ενδιαφέροντα άρθρα πάνω σε αυτό το θέμα και σε άλλα έντονα προβλήματα τις σημερινής κοινωνίας. :

http://www.bbc.co.uk/polish/specials/1249_buzzwords/

http://www.bbc.co.uk/polish/specials/1332_buzzwords2/

Στον εικοστό αιώνα, μετά το β` παγκόσμιο πόλεμο, όταν η επικοινωνία έχει εξελιχτεί τεράστια, εμφανίστηκε η έννοια της “Τέταρτης Εξουσίας”. Η έννοια αυτή εκφράζει την δύναμη την οποία έχουν αποκτήσει τα ΜΜΕ στις μοντέρνες δημοκρατικές κοινωνίες. Από αυτήν την στιγμή, δίπλα στους τρεις παραδοσιακούς κλάδους της εξουσίας, τα ΜΜΕ επηρεάζουν σοβαρά την κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρητικά η Τέταρτη Εξουσία στα δημοκρατικά κράτη έχει ως σκοπός και αποστολή την αντικειμενική και ευσυνείδητη ενημέρωση των πολιτών, επί πλέον θεωρείται ότι εκτελεί το ελεγκτικό λειτούργημα εξασφαλίζοντας την δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών.

Σύγχρονα η κοινοί γνώμη στον κόσμο και μαζικές απαιτήσεις ολόκληρων πολιτειών δημιουργούνται και κατευθυνθούν από μεγάλες επιχειρήσεις (συχνά πολυεθνικές εταιρίες) μαζικής ενημέρωσης, των οποίων αληθινός σκοπός δεν είναι απλώς ενημέρωση (ας το πούμε πιο πραγματικά – η πώληση της ενημέρωσης) αλλά κρυφτή εξουσία πάνω από την θέληση μας (όχι τόσο ελεύθερη πια, αν και μας φαίνεται διαφορετικά). Οι τηλεοπτικοί σταθμοί, ενημερωτικές επιχειρήσεις, πληρώνουν και υπερασπίζουν λίγο ή πιο πολύ αυθαδώς τους υποψήφιους στις εκλογές και τους πολιτικούς, βάζοντας στα πρόσωπά τους τα προσωπεία της αντικειμενικότητας, καλοσύνης και αθωότητας. Οι πρώτοι χρειάζονται τους δεύτερους και οι δεύτεροι τους πρώτους για να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς τους, και έτσι ο μεγάλος κύκλος της υποκρισίας κλίνεται. Είναι αυτονόητο σήμερα, ότι αν ένας πολιτικός δεν είναι παρόν στην οθόνη των τηλεοράσεων μας, ή δεν τον παρουσιάζουν στο θετικό φως δεν θα εκλεχθεί. Επί πλέον, από το αποφατικό φως, ακόμα χειρότερη είναι η απουσία, δηλαδή όποιος δεν εμφανίζεται στην τηλεόραση καθόλου – πέφτει έξω από το παίξιμο.

Η ενημέρωση είναι ένα προϊόν που πουλιέται. Όπως κάθε άλλος είδος προϊόντων χρειάζεται επεξεργασία πριν πουλιέται καλά. Η πληροφορία για να πουλιέται, πρέπει να είναι ελκυστική, φρέσκα  και να σερβίρεται με κατάλληλο τρόπο. Οι καλοί δημοσιογράφοι και καλά πρακτορεία τύπου ξέρουν υπέροχα πως να το κάνουν με το σουξέ. Πριν παρουσιασθεί μια μικρή ενημέρωση στην τηλεόραση μας από ένα δημοσιογράφο, επεξεργάζεται από εκατοντάδες άλλους κρυφτούς για τα μάτια μας. Μας λένε αυτά που υποσυνείδητα θέλουμε να ακούμε, χωρίς να το σκεφτόμαστε. Μας παρουσιάζουν αυτά που μας φοβίζει, γιατί ο φόβος είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία εξουσίας.

Για αυτό δεν πιστεύω σε ό,τι μου λένε ούτε στην τηλεόραση, ούτε στο ραδιόφωνο, στης εφημερίδες ή στο ίντερνετ. Γιατί τίποτα δεν γίνεται εκεί φανερά, και όλα αυτά που δεν είναι φανερά, για μένα πρέπει να είναι κατά από την υποψία. Τέλος και παύλα.

dariosnonpersos

Ρομπο-σεξ, για πολλούς μια τρομερή προοπτική, ιδιαιτέρως για αυτούς για τους οποίους κάθε είδος σεξουαλικής πράξης, εκτός από αυτήν που έχει για σκοπό αναπαραγωγή μέσα σε συζυγική συμβίωση, είναι ανήθικη και απαγορευμένη. Ενώ για πολλούς άλλους, ιδιαιτέρως για αυτούς για τους οποίους το σεξ υπάρχει απλά για την ευχαρίστηση, ρομπότ δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα καινούργιο ψηλά τεχνολογικά αναπτυγμένο είδος εξοπλισμού ευχαρίστησης, ο οποίος εξοπλισμός βρίσκεται στην χρησιμοποίηση γυναικών καθώς και λιγότερων άντρων από αιώνες.

Ωστόσο το θέμα δεν τελειώνεται καθόλου εδώ. Η ιδέα του ρομπότ ως σεξουαλικό σύντροφο αποτελεί πραγματοποίηση παμπάλαιων ανθρωπινών ονείρων για την ιδανική σχέση καθώς και απόλυτη κυριαρχία πάνω από τους άλλους. Nihil novi sub sole! Το πρώτο ρομπότ αντροειδής (στην ελληνική μυθολογία) ήταν η Πανδώρα – δημιούργημα του Ηφαίστου. Το άλλο η Γαλατέα, η άγαλμα του Πυγμαλίωνα, την οποία έκανε ζωντανή η Αφροδίτη. Δυο ιστορίες, δυο ακραία διαφορετικά αποτελέσματα: μια τραγική στις συνέπειες η δεύτερη όμορφη ιστορία αληθινής αγάπης.

Το θέμα των ρομπότ για σεξ, το οποίο θέμα μας σερβίρισαν αυτή την φορά για συζήτηση είναι τόσο ενδιαφέρον όσο περίπλοκο. Συνδέεται επειδή με πολλά προβλήματα μεταξύ τα οποία βρίσκονται για παράδειγμα: ο φιλοσοφικός και επιστημονικός όρος Ζωής, ζητήματα επιστημολογίας, δεοντολογίας, και μάλιστα πραγματικές δυνατότητες της ανθρωπινής τεχνολογίας στην δημιουργία ψηλά αναπτυγμένης Τεχνητής Νοημοσύνης.

Γιατί έχω μια πικρή εντύπωση ότι κανένας από εμάς δεν σπούδασε καλά την φιλοσοφία και ποτέ την φιλοσοφία της φύσης, ούτε την ηθική, είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνουμε μαζί κανένα θεμελιώδη εύρεση σε αυτό το τομέα. Ωστόσο τυχερά υπάρχει κάτι που λέγεται “αίσθηση του λαού”… την οποία σχεδόν όλοι μας χρησιμοποιούν κάπου κάπου.

Τα φουτουρολογικά δεοντολογικά προβλήματα σε σχέση με την ΤΝ εκφράζουν σήμερα πιο καλά, κατά την γνώμη μου, οι δυο ταινίες: A.I. Artificial Intelligence του Steven Spielberg και I, Robot του Alex Proyas. Στο πρώτο φιλμ, εκτός από το πρώτο σκηνικό θέμα του ρομπό-αγοριού, βρίσκουμε τον Jude Law ως ρομπό-lover. Στο δεύτερο μπορούμε να παρατηρήσουμε στην εφαρμογή τους φημισμένους Τρεις Νόμους της Ρομποτικής του Isaac Asimov. Αν κατά τύχη δεν τους έχετε δει ακόμη, σαν παρακινώ θερμά να το κάνετε αμέσως.

Δεν είμαι κατά, δεν είμαι υπέρ. Το μόνο που αναρωτιέμαι είναι: προετοιμάζουμε για τους εαυτούς μας ένα ευχάριστο και άνετο μέλλον ή μάλλον μια καταστροφή;

dariosnonpersos

Τίτλος: Fool’s gold

Σκηνοθεσία: Andy Tennant

Ηθοποιοί:

Matthew McConaughey (Finn, ερευνητής θησαυρού)

Kate Hudson (Tess, γυναίκα του Finn)

Donald Sutherland (Nigel Honeycutt, εκατομμυριούχος, χορηγός)

 

Υπόθεση: Ένα αντρόγυνο από οχτώ χρόνια έψαχναν για θησαυρό του  Ισπανού Βασιλιά Filip II, που τους οδήγησε στα μεγάλα χρέη και το διαζύγιο. Όταν τελικά βρίσκουν το ίχνος, πρέπει να αναβάλουν  τα σχέδια τους για να βρουν τα πλούτη που χάθηκαν στην Καραϊβική θάλασσα .

Κρίση: Αν και το έργο, θα μπορούσαμε να πούμε, δεν αποτελεί αριστούργημα και έχει μάλλον την αφελή πλοκή,  είναι γεμάτο χιούμορ, αφού είναι ένα μείγμα της κωμωδίας και του φιλμ περιπέτειας. Την μεγάλη αξία του έργου αυτού αποτελούν οι πολύ ωραίες θέες!   

Τελευταία λέξη: Σίγουρα «Fools gold» είναι το έργο είναι για αυτούς τους θεατές, οι οποίοι θα ήθελαν να χαλαρώσουν λιγάκι. Το έργο δεν είναι έργο τέχνης, αλλά σίγουρα  μπορεί να σε πλημμυρίζει με θετικά αισθήματα.

Rocky Balboa

Υπόθεση: Ένας γνωστός πυγμάχος Rocky Balboa ζει ήσυχα έχοντας το δικό του εστιατόριο. Ολόκληρες ημέρες διηγείται στους πελάτες τις διάφορες ιστορίες του από το ρίνγκ. Από το παρελθόν. Ξαθνικά του δίνουν μια ευκαιρία να πολεμήσει με έναν πρωταθλητή του κόσμου.

Πού είμαι; Ποιος είμαι; Αν και το έργο του Stallone (σκηνοθέτης) μπορεί να φανεί μια επόμενη μεσαίας ποιότητας περιπέτεια του Rocky, είναι πολύ ενδιαφέρον έργο. Βλέπουμε όχι μόνο την αυτοειρωνεία και λίγο χιούμορ, αλλά επίσης βρίσκουμε πολύ σπουνδαίες ερωτήσεις.
Ποιος είμαι; Πού είμαι; Όμως πρέπει να έχουμε τη θέληση να ξεπεράσουμε το επίπεδο του γνωστού «Rocky» να βρούμε τη κρυμμένη ομορφιά και βάθος.

Τελευταία λέξη: «κλασσικό έργο»

ΜεγαMarcin

Έχετε ποτέ σκεφτεί το πώς θα ήτανε αν θα είχατε πάθει μια πλήρης σωματική παράλυση ενώ το νους σας θα λειτουργούσε σωστά; Δηλαδή το να μη μπορούσατε να πείτε ούτε μια λέξη ούτε να κάνετε τίποτε με το δικό σας σώμα, στερημένη ελέγχου για την ζωή σας, ενώ θα διατηρούσατε την απόλυτη συνείδηση αυτής της κατάστασης;

Ο Jean-Dominique Bauby δεν το είχε φανταστεί ποτέ του μέχρι που μια μέρα ξαφνικά ξύπνησε σε ένα νοσοκομείο για να μάθει ότι έχει σχεδόν εντελώς παραλύσει. Είπα «σχεδόν εντελώς» επειδή το μόνο μυς που μπορεί ακόμα να το ελέγχει είναι το αριστερό βλέφαρό του… Τι θα κάνει τώρα;

Έτσι αρχίζει η ταινία του Julian Schnabel με τίτλο Le scaphandre et le papillon που είναι ένα πραγματικό αρηστούργημα. Γιατί; Μήπως επειδή μας κάνει να σκεφτούμε τα στοχειώδη, τα βασικά ή τα πιο δύσκολα στοιχεία της ύπαρξής μας; Όχι. Μήπως για το λόγο που μας υπενθυμίζει κάτι, που πλέον πιο συχνά τείνουμε να το ξεχνάμε, δηλαδή το ότι η ζωή μας δεν είναι κάτι βεβαίο και αιώνιο, αλλά κάτι εφήμερο και μαλακό, το οποίο μπορεί σε κάθε στιγμή να εξαφανιστεί (ή τουλάχιστον να αλλάξει τη μορφή του); Όχι ακριβώς γι’αυτό. Κατά τη γνώμη μου το έργο μπορεί να θεωρηθεί αρηστούργημα διότι αντιμετωπίζει τα πολύ δύσκολα, οδυνηρά και ευαίσθητα οντολογικά προβλήματα σε ένα ισορροπημένο, μέτριο και ήπιο τρόπο. Συνήθως όταν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία τέτοιας θεματικής είναι πολύ εύκολο να την θεωρούμε είτε πλέον τραγική και τρομακτική, στο σημείο που μοιάζει σε κανένα τρίλερ, είτε τρομερά «γλυκιά» όπως μια βραζιλιανή τηλεοπτική σειρά. Έτσι και αλλοιώς φεύγουμε από το σινεμά κάπως απογοητευμένοι (ανεξαρτήτως βεβαίως από το πόσα δάκρυα μας είχανε μπει κρυφά στα μάτια).

Εδώ όμως ο σκηνοθέτης κατάφερε να βρει τη χρυσή τομή και να μην ξεπεράσει οπωσδήποτε το σύνορο της καλής γεύσης. Στο έργο παρουσιάζεται μια αξιοπρόσεκτη ισορροπία ανάμεσα στο δραματισμό και την «γλυκάδα», ενώ η πίκρα της τρομακτικής και τραγικής ιστορίας γλυκαίνεται ακόμα και από το εξαιρετικό…χιούμορ του πρωταγωνιστή. Ας επισημαίνουμε εδώ, ότι η κατάσταση είναι αρκετά περίπλοκη, αφού ο ήρωας, για τον οποίο νιώθουμε ευκολονόητα μεγάλη εμπάθεια, πριν αρρώστησε δεν ήταν καθόλου αξιοπρεπής άνθρωπος…

Να προσθέσω όμως ότι δεν θα σύστηνα το έργο για όσους έχουνε κατάθλιψη. Ή, μάλλον, γιατί όχι; Ίσως θα τους βοηθήσει να δούν τα δικά τους προβλήματα από μια άλλη προοπτική;

(Ά)χρηστες ερωτήσεις: Μπορεί άραγε καμια φοβερή αρρώστια να γίνει αιτία να μας συγχωρέσουνε τις αμαρτίες μας οι άλλοι; Αλλάξε δηλαδή η νοοτροπία και η ψυχή μας τη στιγμή που γίναμε άρρωστοι και τα λάθη μας μπορούν τόσο εύκολα να ξεχαστούν; Και – τελικά – είναι η ταινία αισιόδοξη ή απαισιόδοξη;

*** Ξέρετε ότι η Emmanuelle Seigner, σύζυγος του Roman Polanski, η οποία παίζει το ρόλο της συζύγου του πρωταγωνιστή, γνώρισε τον αληθινό Jean-Dominique Bauby πριν αυτός παρέλυσε και η εντύπωσή της ήτανε πολύ αρνητική;

Τελευταία λέξη: Καλή.

Le scaphandre et le papillon

Σκηνοθεσία: Julian Schnabel

Σενάριο: Ronald Harwood (ταινία) Jean-Dominique Bauby (βιβλίο)

Διάρκεια: 112΄ (Γαλλία-2007)

Με δύο λόγια: ο νέος άντρας με την παρέα του θέλει να περνάει το ευχάριστο Σαββατοκύριακο στην μικρή καλύβα στο δάσος. Αντί όμως για την ρομαντική ατμόσφαιρα πρέπει να ετοιμαστούν για την επίθεση τους ζωντανούς-νεκρούς. Ο πρωταγωνιστής γίνεται κατεχόμενος από τις πονηρές δυνάμεις οι οποίες εγκαθίστανται στο χέρι του. Αυτός πρέπει στην συνέχεια να το κόψει και να το αντικαταστήσει με το αλυσοπρίονο.

Η σημασία του είδους: φαίνεται πολύ ενδιαφέρον το γεγονός, πως δύο από τους μεγαλύτερους και πολύ πρωτότυπους σκηνοθέτες – ο Σαμ Ραίμι και ο Πίτερ Δζάκσον άρχισαν την καριέρα τους από τις ταινίες τρόμου της Β’ κατηγορίας. Και η τριλογία του Ραίμι και το Braindead του Δζάκσον δεν είναι όμως τα έργα αμφιλεγόμενης ποιότητας. Αν και το σενάριο μπορεί να φαίνεται λίγο αφελής, χωρίς λογική και άγευστο, δεν είναι το ψυχολογικό δράμα. Έχει άλλους κανόνες το είδος αυτό και ο καλός σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να βάλει το νόημα που δεν το χρειάζεται. Η ιστορία του Ραίμι, μέσα στους κανόνες του είδους, είναι ένα αριστούργημα. Αυτοί που λένε, ότι η ταινία αυτή παραβιάζει κάθε κανόνα της αισθητικής πρέπει να μην ξεχνάνε πως τέτοιος κινηματογράφος λειτουργεί μόνο στην συγκεκριμένη συμβατικότητα. Ραίμι έκανε πρόσφατα το τρίτο Spider-Man και ο Δζάκσον σκηνοθέτησε όλη την τριλογία του Lord of the Rings. Μας αποδείχνουν κάθε φορά, πως η καλή ταινία εξαρτάται όχι μόνο από την ιστορία και ηθοποιούς και παραγωγούς αλλά πρώτα απ’ όλα από τον σκηνοθέτη. Και το μέτριο σενάριο (και αυτό του Evil Dead II δεν είναι υπέροχο), αν το σκηνοθετεί ο άνθρωπος με μεγάλη προσωπική χάρισμα, έχει μεγάλη ευκαιρία να γίνει το αντικείμενο λατρείας. Εδώ πρέπει επίσης να προσθέτουμε το εξαιρετικό ταλέντο του Μπρούς Κάμμπελ και η ταινία τρόμου πρώτης ποιότητας στην λεγόμενη Β’ κατηγορία είναι έτοιμη.

Τελευταίες λέξεις: έκτακτη διασκέδαση για τους θεατές, και πιθανός και καλύτερη για όλη την ομάδα που γύρισαν την ταινία.

Υπόθεση: Ο πρώτος επικός μύθος της αγγλικής λογοτεχνίας: Μπέογουλφ – φανταστικός κόσμος σκοτεινών μεσαιώνων χρόνων όταν στην γη περπατούσαν ακόμη αληθινοί ήρωες, πανέμορφες πριγκιποπούλες, άσχημα τέρατα και οι δράκοι. Ο πρωταγωνιστής ο Μπέογουλφ είναι ένας θαρραλέος Βίκινγκ ο οποίος έρχεται στην Δανία για να απελευθερώσει το τρομαγμένο βασίλειο από ένα αιμοβόρο τέρας.

Μια πολύτιμη ιστορία και τεχνολογικά πονοκεφαλιάσματα του κα’ αιώνα: Δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες ταινίες για τις οποίες περίμενα με τόσο μεγάλη ανυπομονησία. Απ’ την πρώτη στιγμή που έμαθα ότι ο Ρόμπερτ Ζεμέκις (σκηνοθέτης) με τον Νηλ Γκάιμαν θα προσαρμόσουν στην μεγάλη οθόνη το μεγάλο επικό ποίημα, αναθέτοντας στους ρόλους τον Αντονι Χόπκινς, τον Τζον Μάλκοβιτς και την Αντζελίνα Τζολί (εξαιρετικά εδώ δαιμονικά πανέμορφη ως μανούλα του τέρατος), μετρούσα της μέρες μέχρι την πρεμιέρα. Μακάρι! Όσο πια περίμενα, τόσο πολύ απογοητεύτηκα μετά…

Ακραία ψηφιακά επεξεργασμένο θρύλο δεν μου έκανε κανένα καλή εντύπωση. Τα γυαλιά που έπρεπε να είχα στη μύτη μου κατά την διάρκεια ολόκληρης της ταινίας (113 λεπτά!!!) – παραδόξως θεωρούμενη για την καλύτερη λήψη του έργου ολόκληρα φτιαγμένου στην τεχνολογία 3Δ (sic!) – με ενοχλούσαν , και η αδιάκοπη προσπάθεια παρακολούθησης της τρισδιάστατης εικονικής πραγματικότητας με εξαντλούσε απόλυτα και μου έκανε πονοκέφαλο, μέχρι να είχα πειρασμό να βγω έξω από το σινεμά, που δεν μου τυχαίνει σχεδόν ποτέ. Δυστυχώς ούτε η τόσο όμορφη, περίπλοκη και βαθιά τραγική ιστορία του ποιήματος δεν προσαρμόσθηκε συναρπαστικά από τους τόσο εκτιμώμενους από μένα καλλιτέχνες της φαντασίας, και δεν λέω καθόλου για τις αλλαγές στην πρωτότυπη πλοκή και για την έλλειψη πολλών ενδιαφερουσών επεισοδίων. Οι ήρωες μου φάνηκαν “πλακωτοί” και οι πλοκή επιπόλαια και πιο απλοποιημένη σε σύγκριση με το πρωτότυπο.

Το μόνο πλεονέκτημα της ταινίας είναι τα αξιόλογα και πάντα αξιοθέατα φυσικά προτερήματα της Τζολί, τα οποία όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι η “συνεισφορά” των δημιουργών της ταινίας :)

Τελευταία λέξη: Ψηφιακό πονοκέφαλο. Αντί να παρακολουθώ καλά ψηφιακά παιχνίδια, προτιμώ να τα παίξω μόνος μου.

Beowulf

Σκηνοθεσία: Robert Zemeckis

Σενάριο: Neil Gaiman, Roger Avary

Πρωταγωνιστούν: Ray Winstone, Anthony Hopkins, John Malkovich, Robin Wright Penn, Brendan Gleeson, Crispin Glover, Alison Lohman, and Angelina Jolie

Διάρκεια: 113΄ (ΗΠΑ-2007)

Κατά την γνώμη μου η υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Κίνα στην Κίνα δεν είναι τόσο εύκολη και μονόπλευρη σαν φαίνεται. Κυρίως, νομίζω, στα μάτια των πρωταθλητών. Όλοι οι πολιτικοί τους θέλουν να δείχνουν πως διαμαρτύρονται κατά την παρούσα κατάσταση. Αυτοί, σαν Pyrek, που δεν θέλουν να το κάνουν, γίνονται αμέσως εχθροί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγωιστές.

Πήγα στο σχολείο του σπορ. Πολλοί από τους φίλους μου είναι αθλητές που εξασκούν ακόμη. Περνάνε τουλάχιστον τέσσερεις ή πέντε ώρες την μέρα στα γυμναστήρια, ετοιμάζοντας την φόρμα τους. Να παίρνουν μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι ο σκοπός και το όνειρό τους. Ο συγγραφέας στο άρθρο του γράφει την αλήθεια. Η Κίνα, μεγάλη και ισχυρή, δεν παίρνει υπόψη διαμαρτυρίες κάποιων αθλητών της Πολωνίας. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο έντονα η δημόσια γνώμη της Ευρώπης ή των ΥΠΑ, υπό τον όρο ότι δεν θα παύσουν οι άνθρωποι να αγοράζουν τα κινεζικά προϊόντα (που θα ήταν αληθινό σημάδι διαμαρτυρίας μαζί με μποϊκοτάζ τον προϊόντων που τα παράγουν οι χρηματοδότες των Ολυμπιακών σαν Κόκα Κόλα ή Adidas ).

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι για τους πρωταθλητές και για τους οπαδούς του σπορ. Όχι για τους πολιτικούς που θέλουν μόνο να βελτιώνουν τα αποτελέσματά τους στις εκλογές. Αυτοί δεν χάνουν τίποτα δείχνοντας την αποδοκιμασία τους. Θα το ξεχνούν αύριο όταν το θέμα δεν θα είναι στην μόδα. Και οι αθλητές θα χάσουν τα μετάλλια, για τα οποία δούλεψαν πολλά χρόνια. Είναι προφανής πως πρέπει να πολεμάμε την αδικία και την κατάβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά με αληθινή δράση και όχι με τα ωραία λόγια και σύμβολα.

Επόμενη σελίδα: »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.